φιλοξενώ

φιλοξένησα, φιλοξενήθηκα, φιλοξενημένος, μτβ.
1. περιποιούμαι ξένους και μάλιστα σπίτι μου, φιλεύω.
2. προσφέρω σε κάποιον άσυλο, καταφύγιο, τόπο διαμονής δωρεάν: Στην Κατοχή οι Έλληνες φιλοξενούσαν Άγγλους.
3. κρατώ έγκλειστο σε κρατητήριο ή φυλακή: Ο διαρρήκτης φιλοξενήθηκε στην Ασφάλεια.
4. δημοσιεύω δωρεάν, καταχωρίζω σε εφημερίδα ή περιοδικό: Η εφημερίδα Α φιλοξένησε χτες την επιστολή μου.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • φιλοξενώ — φιλοξενῶ, έω, ΝΜΑ [φιλόξενος] υποδέχομαι και περιποιούμαι έναν ξένο στην πατρίδα μου ή στον τόπο μου και, ιδίως, στο σπίτι μου (α. «τους μαθητές από το εξωτερικό τούς φιλοξένησε ο δάσκαλος τού χωριού» β. «τοὺς ἑταίρους ἐφιλοξένησεν», Ευστ.)… …   Dictionary of Greek

  • φιλοξενώ — φιλοξενώ, φιλοξένησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • φιλοξενώ — [филоксэно] р. принимать гостей …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • φιλοξενῶ — φιλοξενέω entertain hospitably pres subj act 1st sg (attic epic doric) φιλοξενέω entertain hospitably pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φιλοξένῳ — Φιλόξενος loving strangers masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλοξένῳ — φιλόξενος loving strangers masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξενοφιλεύω — φιλοξενώ …   Dictionary of Greek

  • Φιλοξένωι — Φιλοξένῳ , Φιλόξενος loving strangers masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλοξένωι — φιλοξένῳ , φιλόξενος loving strangers masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξενώνω — (Α ξενῶ, όω, ιων. τ. ξεινόω) [ξένος] αποξενώνω («πατρίδος με καὶ πόλεως τῶν φιλτάτων ἐξένωσας», Ηλιόδ.) αρχ. 1. φιλοξενώ 2. (μέσ. παθ.) ξενούμαι, όομαι α) συνάπτω σχέσεις φιλοξενίας με κάποιον («καὶ βασιλεῡσιν ἐξενωμένος καὶ τυράννοις», Λυσ.) β)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.